ὑδροπότης


ὑδροπότης
ὑδρο-πότης, , der Wassertrinker; übertr., ein frostiger, geistloser, jeder höhern Begeisterung unfähiger Mensch

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑδροπότης — water drinker masc nom sg ὑ̱δροπότης , ὑδροποτέω drink water imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ὑδροποτέω drink water imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υδροπότης — (hydropotes). Γένος αρτιοδάκτυλων θηλαστικών μηρυκαστικών της οικογένειας των Ελαφιδών. Ανήκει στην ομάδα των ελαφινών της Ασίας και είναι το μόνο που δεν έχει κέρατα (ούτε και το αρσενικό). Περιλαμβάνει ένα μόνον είδος, τον υ. τον άοπλο,… …   Dictionary of Greek

  • ὑδροποτῇς — ὑδροποτέω drink water pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑδροπόται — ὑδροπότης water drinker masc nom/voc pl ὑδροπότᾱͅ , ὑδροπότης water drinker masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑδροποτῶν — ὑδροπότης water drinker masc gen pl ὑδροποτέω drink water pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑδροπότην — ὑδροπότης water drinker masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑδροπότου — ὑδροπότης water drinker masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υδροποτώ — ὑδροποτῶ, έω, ΝΜΑ, και πιθ. ορθότερος τ. ὑδροπωτῶ, έω, Α [υδροπότης] είμαι υδροπότης …   Dictionary of Greek

  • ὑδροπότας — ὑδροπότᾱς , ὑδροπότης water drinker masc acc pl ὑδροπότᾱς , ὑδροπότης water drinker masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • водопиица — ВОДОПИИЦ|А (2*), Ъ ( А) с. Трезвенник: вина не охаблѩютьсѩ. д҃ха стаго суще исполнени. водопиицы будите (ὁ ὑδροποτῶν) ФСт XIV, 23г; вчера бѣ позорни(к). дн(с)ь ˫ависѩ разумни(к). вчера похулѩ˫а и лю(т). дн(с)ь гл҃а крото(к). вчера игрець дн(с)ь… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • υδατοπότης — ὁ, Α ο υδροπότης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕδωρ, ὕδατος + πότης (< πότης < πίνω), πρβλ. οινο πότης] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.